Όταν πρωτοήρθαν τα social media στη ζωή μας, το Facebook δηλαδή αρχικά, οι περισσότεροι από εμάς εκφράσαμε μία αδιανόητη -σε σχέση με την κανονική μας ζωή- εξωστρέφεια και κοινωνικότητα.
Ξαναβρήκαμε τους παλιούς μας συμμαθητές, κάναμε add τον ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ, μοιραζόμασταν εικόνες, καλημέρες, πρωτοχρονιάτικες πίτες, ξαπλώστρες, πρώτες μέρες στη δουλειά, στο γυμναστήριο, στο καινούργιο μπραντσάδικο. Και φυσικά είχαμε όλη την όρεξη του κόσμου να συζητήσουμε διαδικτυακά για οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί ανθρώπινους νους με άτομα που δεν ξέραμε καν αν είναι πραγματικό το όνομα που είχαν στο προφίλ τους.
Μια καλή γενική social media απολύμανση!
Μιλάμε για ατέρμονα, πάρε-δώσε απαντήσεων και προσπαθειών επίλυσης αιώνιων -ή και όχι- προβληματισμών. Ώσπου εξαντλήθηκαν, κάπως γρήγορα η αλήθεια είναι, η υπομονή και η ευγένεια και άρχισαν τα on line βρισίδια. Δεν ξέρω, παγκοσμίως, ποιος ήταν εκείνος που έκανε ποδαρικό με μπινελίκια, άνοιξε πάντως έναν πολύ μεγάλο δρόμο.
Υπήρξα κι εγώ θύμα αυτής της υπερβάλλουσας κοινωνικότητας. Κι εγώ στο παρελθόν προσπάθησα να ενθαρρύνω τον διάλογο και την επιχειρηματολογία με ανθρώπους που δεν είχα καμία σχέση πλην της διαδικτυακής, ώσπου -αφού έφαγα κι εγώ τα καντηλάκια μου βεβαίως, βεβαίως- συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει κανένας, ΜΑ ΚΑΝΕΝΑΣ λόγος να το κάνω αυτό στον εαυτό μου, χαλώντας τον χρόνο, την ηρεμία και τα εγκεφαλικά μου κύτταρα με απόλυτα μηδενικό όφελος.
Μπλοκάρετε ελεύθερα friends!
Οπότε μια ωραία μέρα, είπα “άστους να τα λένε, μην απαντάς. Απλώς μην απαντάς”. Και το τήρησα. Η μόνη μου παρέμβαση ήταν στα χυδαία και υβριστικά μηνύματα που έβλεπα κάτω από τις αναρτήσεις μου, τα οποία και έσβηνα. Άλλα, πιο ήπια, τα άφηνα και σχεδόν διασκέδαζα με τις εμμονές -αλλά και τον άπλετο ελεύθερο χρόνο- που μπορεί να έχει κάποιος. Ώσπου -δεν θυμάμαι πού- άκουσα κάτι πολύ εύστοχο για τα δικά μου δεδομένα: “Θα άφηνες ποτέ έναν παντελώς ξένο να μπει στο σπίτι σου και να αφήσει τα σκουπίδια του (δεν το έλεγε έτσι ακριβώς αλλά κάποιοι μπορεί να τρώτε αυτή τη στιγμή); Γιατί λοιπόν να τον αφήσεις να “βρωμίζει” τον λογαριασμό σου;”.
Αυτό το ερώτημα, μου χτύπησε κεντρικό νευρώνα. Ναι, γιατί να το κάνω; Τα προφίλ μας στα social media είναι ένα είδους “σπιτιού” που ο καθένας αφήνει λιγότερο ή περισσότερο χώρο σε ξένα βλέμματα. Όμως, το ότι ένας χώρος, έστω και ψηφιακός, είναι ανοιχτός δεν σημαίνει a priori ότι ο κάθε ένας έχει το ελεύθερο, να αλωνίζει, να λερώνει, να (δια)ταράσσει. Το ακριβώς αντίθετο θα έπρεπε να συμβαίνει. Να σέβεται, να προσέχει, να είναι διακριτικός. Είναι απολύτως κατανοητό πως η καθημερινή τέτοια επαφή, ενδεχομένως να δημιουργεί μια οικειότητα η οποία όμως δεν πρέπει επουδενί να παίρνει τη μορφή κατάχρησης.
Οπότε, τι κάνουμε όταν η οικεία μας δεν είναι καθαρή; Μια καλή γενική απολύμανση! Οτιδήποτε μολύνει τον χώρο μας θα πρέπει να φεύγει (άρα και να μπλοκάρετε στην προκειμένη περίπτωση) στη στιγμή. Με άλλα λόγια; Μπλοκάρετε ελεύθερα αδέρφια, όποιος πιστεύει ότι μπορεί να έχει λόγο με τσαμπουκά και αγένεια σε ένα σπίτι στο οποίο δεν ήταν καν καλεσμένος εξ αρχής.




