Team Bouzala

Μείνε στην παραλία μέχρι να νυχτώσει!

Μαρία

TEAM WITH MARIA

Καταλαβαίνεις πως τα παιδιά μεγαλώνουν το καλοκαίρι. Το είδα για τα καλά μπροστά μου αυτό εφέτος καθώς τα μισά ρούχα τους κόντυναν/στένευαν/δεν έμπαιναν μέχρι να φύγουμε από το χωριό.

Συνειδοποίησα όμως πως κι εγώ μεγάλωσα το καλοκαίρι. Και ίσως -από τη μικρή δημοσκόπηση που έκανα στην παρέα- δεν το έπαθα μόνο εγώ. Ολόκληρο το χειμώνα, με το ατελείωτο τρέξιμο, τις non stop υποχρεώσεις, τις προθεσμίες που σε κυνηγούν, τις κατσαρόλες που δεν καταλαβαίνεις πότε αδειάζουν και πότε απαιτούν να γεμίσουν, τις δραστηριότητες που ποτέ δεν είσαι στην ώρα σου (ή τους), μάλλον δεν προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις πως ο χρόνος παγώνει και γλιστράει ταυτόχρονα.

Μόλις όμως καθίσεις κάτω ένα αλμυρίκι – κι ενώ έχεις φροντίσει να φουσκώσεις τις θαλάσσιες πολυθρόνες, έχεις βγάλει ταπεράκια με φρούτα και σνακ- και δεν κάνεις ΤΙΠΟΤΑ, αρχίζουν και σκάνε ένα ένα και σιγά σιγά: εκείνος ο πόνος στην ωμοπλάτη που νόμιζες ότι σε είχε αφήσει. Στην πραγματικότητα δεν σε είχε αφήσει, απλώς δεν βρήκε κενό στο πρόγραμμά σου να σε απασχολήσει. Κατά τα άλλα, εκεί ήταν πάντα.

Το καλοκαίρι αγαπάω ακόμα και τις φακίδες μου…

Την ώρα που διαβάζεις ένα αστυνομικό του Μάρκαρη και λίγο πριν βρεις τον δολοφόνο, αφήνεις το βιβλίο και πιάνεις το κινητό να τσεκάρεις ποια εταιρία ηλεκτροδότησης θα επιλέξεις τελικά.

Εκεί που ακούς τις cafe del mar διασκευές από το beach bar, περνούν από το μυαλό σου οι λίστες με τα σχολικά που πρέπει να πάρετε για την χρονιά 2025-26 και τα απαραίτητα “εφέτος να δούμε πρώτα τί έχουν και μετά να ψωνίσουμε. Ίσως δεν χρειάζεται ΞΑΝΑ να πάρουμε χάρακες και τρίγωνα”.

Ενώ πιστεύεις ότι έχεις πραγματικά χαλαρώσει και παραγγέλνεις δεύτερο κοκτέιλ, ξαφνικά η φωνή μέσα σου αποφασίζει να σου υπενθυμίσει “να πάρεις από Σεπτέμβρη ξύλα, μην περιμένεις να πάει Νοέμβριος!” ενώ είναι μόλις 12 Αυγούστου.     

Επίσης, παραδέχομαι, δεν ήταν λίγα τα βράδια που βγήκα και 01.00 και 02.00 και 03.00 τα ξημερώματα να πω “Ρε παιδιά! Για οοοοοοοοοονομα (πάντα το τραβάω) του θεού! Κάνετε πολλή φασαρία!”. Προς υπεράσπισή μου, βέβαια, να αναφέρω πως:

α) όντως έκαναν πολλή φασαρία βρισκόμενοι μάλιστα στην αυλή του σπιτιού μας -που φαίνεται σαν δημόσιος χώρος αλλά δεν είναι- και

β) πάντα με ενοχλούσε η φασαρία απλώς δεν ήμουν στην κατάλληλη ηλικία ώστε να ξεπεράσω την ντροπή μου και να το εκφράσω τόσο άμεσα.

Αλλά ακόμα και η επιστροφή μας είχε κάτι από σοβαρά δείγματα ενηλικίωσης. Κανείς δεν επέλεξε το τελευταίο δρομολόγιο, όπως κάποτε “για να μείνουμε μέχρι τελευταία στιγμή στην παραλία”. Ήμασταν όλοι “είστε τρελοί; θα φύγουμε μεσημέρι, να γλιτώσουμε επιστροφή και να προλάβουμε να μαζέψουμε το σπίτι!”. Και τα “έχω βρει μια τέλεια τσάντα, θα την πάρω τώρα που έχει ακόμα εκπτώσεις”, αντικαταστάθηκαν με τα “ρε σου λέω είναι φανταστική σκούπα αυτή! Έχει και αποσπώμενο σκουπάκι, θα την λατρέψεις!”.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω είναι μια απλή συνειδητοποίηση του τι σημαίνει και στην πράξη να περνάει ο χρόνος από δίπλα σου και καμιά φορά από πάνω σου σαν τριαξονικό. Γιατί η επιθυμία μου να μένω στην παραλία από το πρωί μέχρι κυριολεκτικά το βράδυ παραμένει πεισματικά αγέραστη.

Kαι φυσικά διόλου δεν με ενοχλούσε το αλάτι που με άσπριζε από πάνω ως κάτω καθ’ όλη την διάρκεια των διακοπών με το οποίο μπορούσα όχι μόνο να μείνω όλη μέρα, αλλά να το πάρω και στα μπαρ της Αστυπάλαιας με τα επίσης αλατισμένα σορτς και πουκάμισα, μόνιμο all day outfit.

Ούτε οι λεκέδες στις πετσέτες που σχημάτιζαν απάτητα νησιά πάνω στις πετσέτες τα ζουμερά νεκταρίνια με τάραξαν και σε καμία περίπτωση δεν αλλάζω τις φακίδες που στρογγυλοκάθονται στη μύτη μου κάθε μα κάθε καλοκαίρι και μου υπενθυμίζουν πως όσες έγνοιες και να περάσουν από τη σκέψη μου, εκείνες θα φαίνονται πάντα πρώτη μούρη!