Ήταν ώρα να πέσουν για ύπνο τα παιδιά. Η Διοχάντη δεν έβρισκε το αγαπημένο της κουκλάκι, το έχει πάντα δίπλα της (όταν βρίσκεται σπίτι) και δεν έχει περάσει ούτε ένα βράδυ μακριά του απ’ όταν ήταν μωρό. Ξεκινάμε το ψάξιμο. Πουθενά. “Δεν μπορεί, δεν μένουμε σε καμία έπαυλη, κάπου εδώ θα είναι!”. Κι όμως το “Κουνκούν” είχε βαλθεί να μας παιδέψει βραδιάτικα. Ξέρετε, εκείνη την ώρα που σκέφτεσαι “σε 2 λεπτά από τώρα θα μπορώ να καθίσω στον καναπέ ήσυχη και σε 22 λεπτά από τώρα θα με έχει πάρει ο ύπνος”. Ε, εκείνη η ώρα, δεν φαινόταν να έρχεται σύντομα.
Παρ’ όλο τον εκνευρισμό που μου δημιουργούσε η εξαφάνιση του λούτρινου προβάτου δεν μου περνούσε καν από το μυαλό η σκέψη να της πω “Έλα, δεν έγινε τίποτα, κοιμήσου χωρίς αυτό”, ήξερα τί σημασία έχει για εκείνη. Μετά από μισή ώρα αναζήτησης το Κουνκούν βρέθηκε χωμένο πίσω από το μαξιλάρι του καναπέ. Το πάω στην μικρή : “Μαμά σε ευχαριστώ πολύ που μου το βρήκες” και ήταν ένα ευχαριστώ πιο γεμάτο από ευγνωμοσύνη από όλα τα ευχαριστώ που έχω ακούσει στη ζωή μου.
Γύρισα στην ησυχία του καναπέ τόσο ικανοποιημένη, σαν να είχα πετύχει ό,τι πιο σπουδαίο.
Μικρές χαρές της ζωής…
Και αμέσως σκέφτηκα τον Άγγελο.
Εδώ και αρκετές ημέρες ο Άγγελος δεν βγαίνει από το μυαλό μου. Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση μέχρι και σήμερα που όλα έχουν τελειώσει – και για κάποια άλλα παιδάκια μόλις έχουν αρχίσει, χάρη σε αυτόν.
Σκεφτόμουν πως οι μέρες που βρέθηκε στο νοσοκομείο ήταν οι πιο ήρεμες της τρίχρονης ζωής του, τι περίεργο ε; Ότι στην εντατική έλαβε όλη την αγάπη, όλο το νοιάξιμο και τη φροντίδα που δεν είχε λάβει ποτέ έως τότε και μάλιστα από ανθρώπους που δεν τον γνώριζαν καν. Και πόσο ειρωνικό, τώρα τον ξέρει όλη η Ελλάδα, ενώ όταν έπρεπε (έκανε πως) δεν τον ήξερε κανείς.
Η είδηση της κακοποίησής του και εν τέλει του θανάτου του, συνέπεσε με την συζήτηση που άνοιξε περί δικαιώματος των γυναικών στην άμβλωση και με δηλώσεις ηθοποιών περί φόνων, οι οποίοι “συμβούλευαν” τις μέλλουσες μαμάδες πως είναι προτιμότερο να κάνουν ένα παιδί και να το πετάξουν. Περίπου ό, τι έγινε δηλαδή και με τον μικρό Άγγελο. Διότι πεταμένο ήταν το παιδί. Κάθε μέρα βίωνε με τον χειρότερο και πιο οδυνηρό τρόπο την απόρριψη. Και από ποιον; Από τον άνθρωπο που όφειλε να είναι η ασπίδα του, η προστασία του, η πηγή της ασφάλειάς του.
Οι ψυχολόγοι λένε ότι γεννιόμαστε με το ένστικτο της δεδομένης και επαναλαμβανόμενης φροντίδας. Δηλαδή ότι με το πρώτο φως περιμένουμε ότι κάποιος θα μας φροντίζει, όχι μία φορά, αλλά σε συνέχεια, προφανώς όσο το έχουμε – οργανικά, νοητικά και ψυχικά – ανάγκη. Όσοι έχουμε παιδιά, καταλαβαίνουμε από πρώτο χέρι, πόσο ουσιαστικό είναι αυτό. Πόσο ανυπεράσπιστα πλάσματα είναι τα παιδιά, πόσο εξαρτώνται από τις ορέξεις, τις διαθέσεις, τις δυνάμεις, τα πάνω και τα κάτω μας. Όσοι δεν έχετε, σίγουρα δεν χρειάζεστε εμάς να σας το πούμε.
Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως κάποια παιδιά, από το να πετιούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ίσως είναι καλύτερο να μην γεννιούνται καθόλου. Ειλικρινά, δεν τους αδικώ. Η ζωή δεν είναι δώρο από μόνη της. Το γεγονός ότι γεννήθηκες δεν είναι εγγύηση ευημερίας. Όπως είδαμε, αν πέσει σε ακατάλληλα χέρια μπορεί να γίνει βάσανο αβάσταχτο και κατάρα μαζί. Δεν ξέρω τι υπάρχει μετά την πορεία μας σε τούτη τη Γη. Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι κάπως, κάπου να περιμένει τον Άγγελο ένα ζεστό φως. Είναι το μόνο που ίσως να ελαφρύνει τις βαθιές τύψεις όλων μας για ό,τι του συνέβη.
Γιατί είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι’ αυτό.